Τοποθεσία

  • 15 χλμ. από τη Βυτίνα

  • 20 χλμ. από το χιονοδρομικό κέντρο Μαίναλου

  • 10 χλμ. από τη Στεμνίτσα

  • 6 χλμ. από τη Δημητσάνα

  • 3 χλμ. από τα Λαγκάδια

  • μόλις 800 μέτρα από τις πηγές του Λούσιου ποταμού

 

Λούσιος ποταμός

Λούσιος ποταμός

Κατά τη μυθολογία ονομάστηκε έτσι γιατί οι νύμφες έλουσαν το νεογέννητο Δία στα νερά του,καταφύγιο νυμφών, ξωτικών και κάθε λογής μυστήριων πλασμάτων.
Στην αρχαιότητα έχτιζαν γύρω του οικισμούς ολόκληρους των οποίων τα σημάδια έχουν μείνει ανεξίτηλα στο χρόνο.Οι πηγές του απέχουν 800 μέτρα από τον ξενώνα Καλονέρι.
Είναι εύκολο να υποπτευθεί κανείς, πριν ακόμη τον επισκεφθεί, ότι ο Λούσιος δεν είναι ένας συνηθισμένος ποταμός, οι ίδιοι αρχαίοι πρόγονοί μας, έχουν γράψει ελάχιστα πράγματα γι αυτόν. Ακόμη και ο Παυσανίας του αφιερώνει σκάρτες δυο παραγράφους στην εξιστόρηση της Περιηγήσεώς του.
Αξίζει τον κόπο να τον επισκεφθείτε και να αφεθείτε στη μυστηριακή γοητεία του.

 

 

Λαγκάδια

Τα Λαγκάδια Αρκαδίας είναι ένα γραφικό χωριό της Γορτυνίας, κτισμένο με εντυπωσιακό, αμφιθεατρικό τρόπο σε απότομη πλαγιά βουνού. Είναι η πατρίδα των Δεληγιανναίων αλλά και άλλων αγωνιστών του 1821. Ονομαστοί σε όλη την Ελλάδα υπήρξαν οι "Λαγκαδινοί κτίστες" με πλούσια αρχιτεκτονική παράδοση η οποία είναι εμφανής στο ίδιο το χωριό και όχι μόνο.
Σύμφωνα με μια άποψη οι Λαγκαδιανοί κατάγονται από τους μαστόρους-εργάτες που στις αρχές του 13ου αιώνα οικοδομούσαν το κάστρο της Άκοβας, υπό την καθοδήγηση των Φράγκων. Καλλιέργησαν την τέχνη τους συστηματικά και την κληροδότησαν στους απογόνους τους. Έτσι δημιουργήθηκε με το πέρασμα των αιώνων η μαστορική παράδοση στα Λαγκάδια. Ο λαγκαδιανός χτίστης υπήρξε όμως πάνω από όλα χτίστης από ανάγκη. Η περιοχή των Λαγκαδίων είναι ορεινή και άγονη, με ελάχιστο καλλιεργήσιμο χώρο, το χωριό χτισμένο σε απότομη βουνοπλαγιά. Όσοι δεν μπορούσαν να ζήσουν από την κτηνοτροφική και γεωργική παραγωγή ήταν υποχρεωμένοι να ζητήσουν τους πόρους για την συντήρηση τους σε κάποια άλλη απασχόληση. Πότε οι πλειοψηφία των Λαγκαδινών άρχισε να ασκεί συστηματικά το επάγγελμα του χτίστη δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια. Ο 18ος αιώνας φαίνεται να είναι η περίοδος κατά την οποία η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων στρέφεται οριστικά προς το επάγγελμα του χτίστη.
Ο επαγγελματικός σχηματισμός των Λαγκαδινών χτιστών ήταν το "μπουλούκι", δηλαδή μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες από τεχνίτες. Επικεφαλής του μπουλουκιού ήταν ο πρωτομάστορας. Έπαιρνε την πρωτοβουλία για την συγκρότηση της ομάδας, τον τόπο προορισμού του και την εξεύρεση εργασίας. Συντόνιζε επίσης τις ενέργειες των μελών. Πρωτομάστορας δεν μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε. Έπρεπε να συγκεντρώνει ορισμένα προσόντα. Η ηλικία, η πείρα της δουλειάς, η μακρά θητεία στο επάγγελμα, γενικά η φήμη και το κύρος, η ικανότητα στις δοσοληψίες, η κοινωνικότητα, η πνευματική ευστροφία ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις.
Κατά την αρχαιότητα, από τα Λαγκάδια περνούσε η οδός που οδηγούσε στην Ολυμπία όπου διεξάγονταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες.

 

Δημητσάνα

Πλούσια είναι η ιστορία της κωμόπολης. Η Δημητσάνα υπήρξε λίκνο, κέντρο και συγχρόνως τροφοδότης σε έμψυχο και άψυχο υλικό του επαναστατικού αγώνα του 21. Ακόμα είναι γενέτειρα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, των οποίων οι ανδριάντες την κοσμούν σήμερα, καθώς και πολλών αγωνιστών του 21. Μάλιστα το σπίτι του Γρηγορίου Ε' έχει ανακαινισθεί και στεγάζει σήμερα Εκκλησιαστικό Μουσείο. Στη θέση της ονομαστής Σχολής Δημητσάνης, σε κτίριο του 19ου αιώνα στεγάζεται η Βιβλιοθήκη και λαογραφική συλλογή. Η Βιβλιοθήκη της Δημητσάνας περιέχει σπάνιες εκδόσεις (15.000 τόμους), κώδικες και πλούσιο ιστορικό αρχείο. Προεπαναστατικά υπήρχαν πολύ περισσότεροι τόμοι, αλλά κατά την επανάσταση πολλοί καταστράφηκαν για να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες του αγώνα. Στο ίδιο κτήριο στεγάζεται Λαογραφική Συλλογή, στο οποίο, μεταξύ άλλων, εκτίθεται η σέλα του Παπαφλέσσα και η λάρνακα των οστών του Παλαιών Πατρών Γερμανού.
Η Δημητσάνα ήταν από το 18ο αιώνα αξιόλογο εμπορικό κέντρο της περιοχής και γνώρισε μεγάλη ακμή. Κινητήρια δύναμη της τοπικής οικονομίας υπήρξε η υδροκίνηση με πηγή τα άφθονα νερά της περιοχής. Οι κάτοικοί της, εκμεταλλευόμενοι τη δύναμη των νερών που έρεαν από πηγές γύρω από το Φαράγγι του Λούσιου, κατασκεύασαν διάφορες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις όπως αλευρόμυλους, νεροτριβές, βυρσοδεψεία και μπαρουτόμυλους, χρησιμοποιώντας παραδοσιακούς μηχανισμούς. Οι εγκαταστάσεις αυτές συνέβαλαν στην οικονομική άνθηση της Δημητσάνας.
Ειδική μνεία πρέπει να δοθεί στην παραγωγή μπαρούτης με την οποία ασχολούντο κατά παράδοση πολλοί κάτοικοι. Ειδικότερα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 21, η Δημητσάνα αποτέλεσε το σημαντικότερο κέντρο ανεφοδιασμού σε μπαρούτι της Πελοποννήσου και τη μεγαλύτερη μπαρουταποθήκη της, την «μπαρουταποθήκη του αγώνα για την απελευθέρωση», αφού οι μπαρουτόμυλοί της τροφοδοτούσαν ασταμάτητα τους μαχητές της Ρούμελης και του Μοριά.
Στα δυτικά του φαραγγιού, κολλημένη σε απότομο βράχο του φαραγγιού βρίσκεται η βυζαντινή Μονή Φιλοσόφου, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που ιδρύθηκε το 963. Εδώ λειτουργούσε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η περιώνυμη Σχολή της Δημητσάνας, καθώς και το Κρυφό Σχολειό.
Η Δημητσάνα είναι διάσπαρτη από βυζαντινές εκκλησίες. Επτά εκκλησίες του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα υπάρχουν στην πόλη. Αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και από ιστορική άποψη προσδίδουν στον οικισμό μια ιδιαίτερη γοητεία. Οι πιο αξιόλογες μεταξύ αυτών είναι οι εκκλησίες της Αγίας Κυριακής, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη - μητροπολιτικός ναός της πόλης - του Αγίου Ευθυμίου, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη και των Αγίων Ταξιαρχών.

 

Βυτίνα

Η Βυτίνα είναι ορεινή κωμόπολη της Πελοποννήσου, στο Νομό Αρκαδίας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1033 μέτρων, στο όρος Μαίναλο.
Το όνομά της κατά την επικρατέστερη άποψη προέρχεται από τη λέξη "Βυθός" επειδή αρχικά ήταν κτισμένη σε λεκάνη ανάμεσα λόφων. Φέρεται να κτίσθηκε μετά τη διάλυση της αρχαίας πόλης "Μεθύδριο" τα ερείπια της οποίας βρίσκονται σε απόσταση 5 χιλιομέτρων. Πιθανότερος χρόνος ίδρυσης της Βυτίνας φέρεται περί το 350 μ.Χ., σε απόσταση 2-3 χλμ. από τη σημερινή θέση, στη περιοχή Δαμασκηνιά. Στην αρχαιότητα λατρευόταν εδώ η Δήμητρα και ο Ίππιος Ποσειδώνας, τα ερείπια του ναού του οποίου σώζονται στην είσοδο προς το χωριό Μαγούλιανα, (με υψόμετρο 1365 μέτρων, το υψηλότερο υψομετρικά κατοικήσιμο χωριό της Πελοποννήσου και δεύτερο υψηλότερο της Ελλάδας μετά την Σαμαρίνα του Νομού Γρεβενών), στη θέση Πετροβούνι.
Στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, η Βυτίνα είχε αναγνωριστεί ως βακούφιο θεωρούμενος τόπος ιερός. Υπήρξε κέντρο ανεφοδιασμού, με αποτέλεσμα η πόλη να παίξει καθοριστικό ρόλο στη διάρκεια του πολέμου με συνέπεια να πυρποληθεί επτά φορές από τον Ιμπραήμ.
Μετά την απελευθέρωση και μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η Βυτίνα ήταν το μεγάλο εμπορικό κέντρο της περιοχής με σημαντικό παζάρι. Μάλιστα υπήρχε και υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών καθώς και Δασοκομική Σχολή. Ο σπουδαιότερος λόγος της ανάπτυξης εκείνης ήταν η έλλειψη συγκοινωνίας με τα γύρω χωριά που όταν ολοκληρώθηκε έπαψε και η Βυτίνα ν΄ αποτελεί το άλλοτε εμπορικό κέντρο. Ένας σημαντικός πόλος έλξης για τη Βυτίνα σήμερα αποτελεί το χιονοδρομικό κέντρο της Οστρακίνας στο Μαίναλο. Άξιο επίσκεψης στη περιοχή είναι το Αργυρόκαστρο (1450 μ. υψόμετρο) κοντά στα Μαγούλιανα, στην άκρη απότομου βράχου ύψους 100 μέτρων, που έκτισαν οι Φραγκοι το 1205 ιδρύοντας τη Βαρονία της Άκοβας.
Από τη Βυτίνα κατάγονται πολλές προσωπικότητες του δημόσιου βίου, όπως ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, πατέρας του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ο νομοδιδάσκαλος Βασίλειος Οικονομίδης, ο φρούραρχος Ιωάννης Δημακόπουλος, ο ήρωας Κόλλιας ο Βυτινιώτης. Εδώ γεννήθηκε και ο Γιώργος Σάντας.